Επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ απέστειλε η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη, πρέσβης Αγλαΐα Μπαλτά, μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η επιστολή εστάλη χθες Πέμπτη (22/10), μετά από οδηγίες του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, με στόχο να καταγραφούν επισήμως οι ελληνικές θέσεις απέναντι στη συγκεκριμένη απόφαση της λιβυκής Βουλής.
Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο και ανυπόστατο, καθώς αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων κρατών. Με την παρέμβασή της στον ΟΗΕ, η Αθήνα επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η έγκριση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν μεταβάλλει τον παράνομο χαρακτήρα του, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, ούτε δημιουργεί δικαιώματα σε βάρος τρίτων χωρών.
Τι προβλέπει το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, με επικεφαλής τον Φάγεζ αλ Σάρατζ. Προβλέπει την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών, περιλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).
Η συμφωνία αποτέλεσε εξαρχής αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, καθώς χαράσσει μια γραμμή οριοθέτησης μεταξύ των τουρκικών και των λιβυκών ακτών, αγνοώντας – σε αντίθεση με όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο – την επήρεια ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Ρόδος και άλλα νησιωτικά συμπλέγματα. Η Αθήνα τονίζει ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, καθώς τα νησιά διαθέτουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η ελληνική αντίδραση
Η ελληνική αντίδραση αφορά, ειδικότερα, την αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών και την προβολή μιας διαφορετικής αντίληψης για τα όρια των θαλάσσιων δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, η Αίγυπτος και άλλες χώρες της περιοχής έχουν απορρίψει τη συμφωνία. Το ενδιαφέρον όμως εστιάζεται και στο παρασκήνιο.
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχεται από ένα πολιτικό στρατόπεδο που επί χρόνια διατηρούσε αποστάσεις από την Άγκυρα και απέρριπτε τη συμφωνία. Το 2020, το λιβυκό κοινοβούλιο είχε απορρίψει τα μνημόνια συνεργασίας με την Τουρκία και είχε αποφασίσει τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων μαζί της. Με τη νέα απόφαση, ανατρέπει εκείνη τη στάση, ακυρώνοντας τις προηγούμενες σχετικές αποφάσεις.
Το καθοριστικό στοιχείο
Καθοριστικό στοιχείο του παρασκηνίου είναι η αλλαγή στην ηγεσία του κοινοβουλίου. Ο Αγκίλα Σάλεχ, ο οποίος βρισκόταν επί περίπου δώδεκα χρόνια στην προεδρία του σώματος και είχε επανειλημμένα αρνηθεί να κυρώσει το μνημόνιο, απομακρύνθηκε από τη θέση του και αντικαταστάθηκε από τον Αλ-Σαλχίν Αμπντελνάμπι αλ-Ομπέιντι. Η χρονική εγγύτητα των δύο εξελίξεων είναι ενδεικτική της μεταβαλλόμενης πολιτικής ισορροπίας στη Βεγγάζη, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύει ότι η αλλαγή ηγεσίας αποτέλεσε από μόνη της την αιτία της ανατροπής.
Πίσω από αυτή τη μεταστροφή βρίσκεται η ευρύτερη προσπάθεια της Τουρκίας να μεταβάλει τις σχέσεις της με το ανατολικό λιβυκό στρατόπεδο. Η Άγκυρα είχε οικοδομήσει από το 2019 στενούς δεσμούς με την πολιτική ηγεσία της δυτικής Λιβύης, με έδρα την Τρίπολη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, επιδιώκει να επεκτείνει την παρουσία της και στην ανατολική πλευρά της χώρας, όπου διατηρεί ισχυρή επιρροή ο στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ και το οικογενειακό και στρατιωτικό του περιβάλλον.
Οι πιέσεις της Τουρκίας
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η Τουρκία φέρεται να άσκησε πιέσεις για την εξασφάλιση της κοινοβουλευτικής έγκρισης, ακόμη και αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να επανεξετάσει τη στήριξή της προς το στρατόπεδο Χαφτάρ.
Η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους στη Λιβύη και έχει προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στο περιβάλλον του Χαλίφα Χαφτάρ και στους γιους του. Παράλληλα, έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας λειτουργικής φόρμουλας συνύπαρξης μεταξύ των αντίπαλων πλευρών, επιχειρώντας να εξασφαλίσει σχέσεις συνεργασίας τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη.
Η Τουρκία επιδιώκει, έτσι, να καταστεί συνομιλητής και παράγοντας επιρροής σε όλα τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Λιβύης. Με αυτόν τον τρόπο, αποκτά τη δυνατότητα να προωθεί τις επιδιώξεις της ανεξάρτητα από το ποια πλευρά ενισχύεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Εφόσον η Άγκυρα διατηρεί διαύλους με διαφορετικά κέντρα ισχύος, το μνημόνιο μπορεί να παραμένει ενεργό ως πολιτικό εργαλείο ακόμη και σε ένα περιβάλλον εσωτερικών ανακατατάξεων.




































































