Σφοδρή είναι η απάντηση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, με την κυβέρνηση να αμφισβητεί την ερμηνεία που δίνει η αξιωματική αντιπολίτευση στο λεγόμενο «κυπριακό μοντέλο».
Σε ανακοίνωσή του, το Υπουργείο υποστηρίζει ότι η κυπριακή νομοθεσία δεν παρέχει στους δανειολήπτες το δικαίωμα να εξαγοράζουν μονομερώς τις οφειλές τους σε ένα προκαθορισμένο ποσοστό. Παράλληλα, επισημαίνει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ήδη διαδικασίες που επιτρέπουν την εφάπαξ εξόφληση και τη μερική διαγραφή οφειλής, ανάλογα με τα οικονομικά δεδομένα κάθε οφειλέτη.
Τι υποστηρίζει το Υπουργείο για την Κύπρο
Σύμφωνα με την κυβερνητική ανακοίνωση, το μοντέλο που επικαλείται το ΠΑΣΟΚ δεν προβλέπει αυτόματο δικαίωμα εξαγοράς ενός δανείου σε συγκεκριμένη τιμή.
Η κυπριακή νομοθεσία δίνει στον δανειολήπτη τη δυνατότητα, πριν από την πώληση μιας πιστωτικής διευκόλυνσης, να καταθέσει πρόταση αγοράς. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει το Υπουργείο, δεν καθορίζεται από τον νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό επί της αξίας της απαίτησης, ούτε υποχρεώνεται ο πιστωτής να αποδεχθεί την πρόταση.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την κυβερνητική θέση, πρόκειται για μια δυνατότητα υποβολής προσφοράς και όχι για δικαίωμα του οφειλέτη να επιβάλει μονομερώς την εξαγορά του δανείου του με μεγάλη έκπτωση.
Η αναφορά στην περίοδο του 2018
Το Υπουργείο επικαλείται επίσης απάντηση της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του 2018, η οποία είχε δοθεί στη Βουλή σε ερώτηση του τότε βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Τζαβάρα.
Στην απάντηση εκείνη περιγραφόταν η διαδικασία που ίσχυε στην Κύπρο, σύμφωνα με την οποία ο δανειολήπτης μπορούσε, ενόψει πώλησης της απαίτησης, να καταθέσει πρόταση εξαγοράς μέσα σε χρονικό διάστημα 45 ημερών.
Το Υπουργείο σημειώνει ότι η συγκεκριμένη συζήτηση είχε γίνει πριν από την έκδοση της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2019/1023, η οποία στη συνέχεια διαμόρφωσε το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αναδιάρθρωση οφειλών και την προστασία των πιστωτών.
Τι ισχύει ήδη στην Ελλάδα για τους οφειλέτες
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι αντίστοιχη δυνατότητα ουσιαστικής διευθέτησης μιας οφειλής υπάρχει ήδη και στην Ελλάδα, μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ρύθμισης, ένας οφειλέτης μπορεί να προτείνει ακόμη και εφάπαξ καταβολή χρημάτων, με ενδεχόμενη διαγραφή μέρους της απαίτησης. Η λύση, ωστόσο, δεν είναι οριζόντια, αλλά εξετάζεται με βάση τα οικονομικά δεδομένα της κάθε περίπτωσης.
Συνεκτιμώνται μεταξύ άλλων η εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση, η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης.
Το Υπουργείο κάνει έτσι σαφή διάκριση ανάμεσα σε μια εξατομικευμένη ρύθμιση, στην οποία μπορεί να συμφωνηθεί μερική διαγραφή χρέους, και σε ένα νομοθετικά καθορισμένο δικαίωμα όλων των οφειλετών να εξαγοράζουν τα δάνειά τους σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό.
Η επίκληση του ευρωπαϊκού δικαίου
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Το Υπουργείο υποστηρίζει ότι μια οριζόντια ρύθμιση που θα υποχρέωνε τον πιστωτή να αποδεχθεί ένα προκαθορισμένο ποσοστό της απαίτησής του θα μπορούσε να συγκρουστεί με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις αναδιαρθρώσεις.
Κεντρική αρχή της Οδηγίας 2019/1023 είναι, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, το λεγόμενο «best-interest-of-creditors test». Δηλαδή, κατά την αναδιάρθρωση μιας οφειλής θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι ο πιστωτής που διαφωνεί δεν θα βρεθεί σε χειρότερη θέση από εκείνη που θα είχε σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη.
Ως εκ τούτου, το Υπουργείο θεωρεί ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί ένα ενιαίο ποσοστό εξαγοράς για όλους τους οφειλέτες χωρίς να εξετάζονται παράγοντες όπως η περιουσία, το εισόδημα, οι εξασφαλίσεις και η δυνατότητα ανάκτησης χρημάτων από τον πιστωτή.
Ο «ηθικός κίνδυνος» και οι συνεπείς δανειολήπτες
Στην ίδια ανακοίνωση τίθεται και το ζήτημα των κινήτρων για τους συνεπείς δανειολήπτες.
Το Υπουργείο υποστηρίζει ότι εάν θεσπιστεί ένα γενικευμένο δικαίωμα μεγάλης έκπτωσης για όσους αφήνουν ένα δάνειο να καταστεί μη εξυπηρετούμενο, θα μπορούσε να δημιουργηθεί αντικίνητρο για την έγκαιρη εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων.
Το ερώτημα που θέτει είναι, ουσιαστικά, γιατί ένας δανειολήπτης να συνεχίσει να πληρώνει κανονικά εάν γνωρίζει ότι ενδεχομένως θα έχει στο μέλλον τη δυνατότητα να εξοφλήσει πολύ μικρότερο μέρος της οφειλής του.
Παράλληλα, το Υπουργείο προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει και τη λειτουργία της πιστωτικής αγοράς, με πιθανό αποτέλεσμα ακριβότερη και πιο περιορισμένη χρηματοδότηση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το ερώτημα προς το ΠΑΣΟΚ
Με βάση τα παραπάνω, το Υπουργείο καλεί το ΠΑΣΟΚ να διευκρινίσει σε ποιο ακριβώς σημείο της κυπριακής νομοθεσίας προβλέπεται το δικαίωμα ενός οφειλέτη να εξαγοράσει μονομερώς το δάνειό του σε συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας του.
Η κυβερνητική θέση είναι ότι η Κύπρος επιτρέπει την υποβολή πρότασης αγοράς, ενώ η Ελλάδα διαθέτει ήδη μηχανισμούς μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί εφάπαξ εξόφληση και μερική διαγραφή χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
Τα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος
Στο τέλος της ανακοίνωσης, το Υπουργείο παραθέτει στοιχεία που, όπως υποστηρίζει, αποτυπώνουν τη βελτίωση της εικόνας του ιδιωτικού χρέους τα τελευταία χρόνια.
Με βάση στοιχεία της Eurostat, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα αντιστοιχούσε το 2025 στο 96,6% του ΑΕΠ, έναντι 119,3% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Υπουργείο, το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του συνολικού ιδιωτικού χρέους μειώθηκε από 70,8% το 2018 σε 56,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το Υπουργείο αναφέρει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν από 99,7 δισ. ευρώ το 2018 σε 72,34 δισ. ευρώ σήμερα. Παράλληλα, ο δείκτης ΜΕΔ προς εξυπηρετούμενο δανεισμό, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, υποχώρησε από 101,3% το 2018 σε 39,7%.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα στοιχεία ως επιχείρημα ότι η εικόνα του ιδιωτικού χρέους έχει βελτιωθεί σημαντικά, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων πρέπει να γίνεται με στοχευμένες και εξατομικευμένες ρυθμίσεις, χωρίς να δημιουργούνται κίνητρα αθέτησης των υποχρεώσεων από τους συνεπείς δανειολήπτες.



































































