Την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας συγκεντρώνουν τα ευρήματα από την επίδραση της αποστολής Artemis II της NASA στην ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης. Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, κατά τη διάρκεια τριών διαφορετικών φάσεων της αποστολής καταγράφηκαν διαταραχές στην ιονόσφαιρα, οι οποίες συνδέονται με τη λειτουργία των πυραυλικών συστημάτων.
Τα φαινόμενα εντοπίστηκαν κατά την εκτόξευση του πυραύλου στις 1 Απριλίου 2026 από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι, κατά τον ελιγμό ανύψωσης του απόγειου (Apogee Raise Maneuver – ARM), καθώς και κατά την πυροδότηση για την έγχυση σε τροχιά προς τη Σελήνη (Trans-Lunar Injection – TLI).

(NASA μέσω AP)
Οι επιστημονικές μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω της ανάλυσης σημάτων από τα δορυφορικά συστήματα GPS και GLONASS. Αυτό σημαίνει ότι οι δορυφόροι χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία παρατήρησης των μεταβολών στην ιονόσφαιρα και όχι ότι υπέστησαν βλάβη ή τέθηκαν εκτός λειτουργίας.
Τι έδειξαν οι μετρήσεις
Η διευκρίνιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες παρουσίασαν το φαινόμενο με ιδιαίτερα δραματικούς όρους, κάνοντας λόγο ακόμη και για «τρύπα» στην ανώτερη ατμόσφαιρα και διακοπή των υπηρεσιών GPS.
Ωστόσο, τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία δεν τεκμηριώνουν τέτοια εξέλιξη. Δεν έχει καταγραφεί επιβεβαιωμένη διακοπή λειτουργίας του GPS, ούτε έχει δημοσιοποιηθεί αναφορά για υποβάθμιση των υπηρεσιών πλοήγησης. Παράλληλα, δεν υπάρχει καταγεγραμμένη επίσημη δήλωση αξιωματούχου της NASA που να επιβεβαιώνει ότι η Artemis II προκάλεσε προβλήματα στη δορυφορική πλοήγηση.

(NASA μέσω AP)
Στην πραγματικότητα, οι μετρήσεις αποτυπώνουν μεταβολές στην κατανομή των ηλεκτρονίων της ιονόσφαιρας, ενός κρίσιμου στρώματος της γήινης ατμόσφαιρας που επηρεάζει τη διάδοση των ραδιοσημάτων.
Πώς επηρεάζουν οι πύραυλοι την ιονόσφαιρα
Η εκτόξευση ενός πυραύλου μπορεί να προκαλέσει τοπικές μεταβολές στην ιονόσφαιρα, καθώς τα καυσαέρια και τα προϊόντα της καύσης αλληλεπιδρούν με τα φορτισμένα σωματίδια της ατμόσφαιρας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να μεταβάλει την ηλεκτρονική πυκνότητα και να δημιουργήσει διαταραχές που είναι ανιχνεύσιμες μέσω δορυφορικών σημάτων.

(NASA μέσω AP)
Ένα από τα βασικά μεγέθη που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για τη μελέτη αυτών των μεταβολών είναι η συνολική περιεκτικότητα ηλεκτρονίων (Total Electron Content – TEC). Η συγκεκριμένη μέτρηση επιτρέπει την παρακολούθηση των αλλαγών στην ιονόσφαιρα και την αξιολόγηση της επίδρασής τους στη διάδοση των σημάτων δορυφορικής πλοήγησης.
Γιατί έχει σημασία για τα συστήματα πλοήγησης
Η μελέτη των συγκεκριμένων διαταραχών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους κατασκευαστές εξοπλισμού, τους διαχειριστές δορυφορικών συστημάτων και τους μηχανικούς που ασχολούνται με την ακρίβεια των υπηρεσιών εντοπισμού και χρονισμού.
Ακόμη και όταν δεν προκαλείται διακοπή λειτουργίας, η μεταβολή της ιονόσφαιρας μπορεί να επηρεάσει τον χρόνο μετάδοσης των δορυφορικών σημάτων και, υπό ορισμένες συνθήκες, την ακρίβεια των μετρήσεων θέσης.

(NASA μέσω AP)
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Artemis II άφησε ένα μετρήσιμο αποτύπωμα στην ιονόσφαιρα της Γης, προσφέροντας πολύτιμα δεδομένα για τη μελέτη της αλληλεπίδρασης των διαστημικών εκτοξεύσεων με την ατμόσφαιρα. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με πρόκληση βλάβης στο GPS.




































































