Για χρόνια, η συζήτηση για την ελληνική γεωργία περιστρέφεται γύρω από μια βασική αγωνία: την επόμενη πληρωμή. Την επόμενη αποζημίωση. Την επόμενη κρίση που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πίσω όμως από αυτή τη διαρκή διαχείριση του επείγοντος έχει συσσωρευτεί ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα.
Η εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη του παραγωγού ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, ότι οι ενισχύσεις φτάνουν σε εκείνους που τις δικαιούνται και ότι το κράτος μπορεί να λειτουργήσει με συνέπεια και διαφάνεια. Η εμπιστοσύνη των ευρωπαϊκών θεσμών ότι η Ελλάδα μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τους κοινοτικούς πόρους. Και, τελικά, η εμπιστοσύνη ότι η ελληνική γεωργία δεν είναι ένας τομέας που απλώς επιδοτείται για να επιβιώνει, αλλά ένας παραγωγικός πυλώνας που μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον του. Αυτή η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται σε μια στιγμή κατά την οποία οι όροι του αγροτικού παραγωγικού μοντέλου αλλάζουν.
Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, η κλιματική πίεση, η επάρκεια και διαχείριση του νερού, το κόστος παραγωγής, η ψηφιοποίηση των πληρωμών, η προστασία των ελληνικών προϊόντων και η ανασυγκρότηση της κτηνοτροφίας δεν είναι ξεχωριστά μέτωπα. Είναι κομμάτια της ίδιας μετάβασης.
Σε αυτή τη μετάβαση, η συνέντευξη του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά, στην εφ. «Πατρίς» και την δημοσιογράφο Γιούλη Ηλιοπούλου έχει ένα ευρύτερο πολιτικό ενδιαφέρον.

Ο υπουργός, αξιοποιώντας και την πολυετή εμπειρία του στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, περιγράφει όχι μόνο τις άμεσες επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρεί να τοποθετήσει την ελληνική γεωργία τα επόμενα χρόνια.
Από την αναδιοργάνωση του συστήματος των αγροτικών πληρωμών και τη μετάβαση στην ΑΑΔΕ έως τη διαπραγμάτευση για τη νέα ΚΑΠ. Από το νερό, που πλέον αντιμετωπίζεται ως ζήτημα παραγωγικής επιβίωσης, έως την κτηνοτροφία, τις ελληνοποιήσεις και την ανάγκη να παραμείνει ζωντανή η ελληνική ύπαιθρος.
Οι απαντήσεις του υπουργού συνδέουν ζητήματα που μέχρι σήμερα συχνά αντιμετωπίζονταν αποσπασματικά και τα εντάσσουν σε μια μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση.
Το κρίσιμο, λοιπόν είναι αν το νέο σύστημα μπορεί να αποκαταστήσει εκείνο που χάθηκε περισσότερο τα τελευταία χρόνια: την πεποίθηση του παραγωγού ότι απέναντί του βρίσκεται ένα κράτος που γνωρίζει τους κανόνες, τους εφαρμόζει και μπορεί να του εγγυηθεί ένα σταθερό πλαίσιο για να δουλέψει.
Γιατί χωρίς αυτή την εμπιστοσύνη, καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικό βάθος.Και χωρίς ένα αξιόπιστο κράτος, καμία νέα αγροτική πολιτική δεν μπορεί να γίνει πραγματική προοπτική για την ελληνική γη.
Κύριε Υπουργέ, ξεκινώ από το πιο φλέγον ζήτημα που καίει τους παραγωγούς: τις πληρωμές. Αναλάβατε το Υπουργείο με τον ΟΠΕΚΕΠΕ υπό αυξημένη ευρωπαϊκή εποπτεία και με σοβαρά δομικά προβλήματα. Έχετε δηλώσει ότι στόχος σας είναι να αποκαταστήσετε την αξιοπιστία του συστήματος πληρωμών. Πότε θα δουν οι αγρότες ένα σταθερό, ψηφιοποιημένο σύστημα πληρωμών σε συνεργασία με την ΑΑΔΕ και πώς εγγυάστε ότι δεν θα χαθεί ούτε ένα ευρώ από τις κοινοτικές ενισχύσεις;
Οι αγρότες έχουν κουραστεί να ακούν υποσχέσεις για τις πληρωμές. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να ξέρουν ότι οι ενισχύσεις τους θα καταβάλλονται στην ώρα τους, με σταθερούς κανόνες και χωρίς κάθε χρόνο να επικρατεί αβεβαιότητα.
Όταν ανέλαβα το Υπουργείο είχα πει ότι η πρώτη μεγάλη πρόκληση ήταν να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία του συστήματος των αγροτικών πληρωμών και τη σχέση εμπιστοσύνης της χώρας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο στόχος έχει επιτευχθεί. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποκαταστήσει τη διαπίστευση της ΑΑΔΕ ως μηχανισμού πληρωμών ήταν η επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα γύρισε σελίδα και ότι το σύστημα πληρωμών της πληροί πλέον τους ευρωπαϊκούς κανόνες αξιοπιστίας και διαφάνειας. Η παρουσία, άλλωστε, του Πρωθυπουργού στην έναρξη λειτουργίας του νέου συστήματος, σηματοδοτεί αυτή τη νέα αρχή.
Το επόμενο βήμα είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτή η αλλαγή θα έχει μόνιμο χαρακτήρα. Αυτή την εβδομάδα ανακοινώσαμε ότι η Ενιαία Αίτηση Ενίσχυσης υποβάλλεται μέσα από το myAGRO της ΑΑΔΕ. Αυτό σημαίνει ότι το πληροφοριακό σύστημα των ενισχύσεων βρίσκεται πλέον στα χέρια της Ελληνικής Πολιτείας.Για να το πω με λίγα λόγια, για πρώτη φορά, η αίτηση αντλεί στοιχεία που ήδη υπάρχουν στη Δημόσια Διοίκηση, γίνονται διασταυρώσεις κατά την υποβολή, αξιοποιούνται τα δεδομένα του Κτηματολογίου και του νέου χαρτογραφικού υποβάθρου και πολλά από τα λάθη που μέχρι σήμερα εμφανίζονταν μήνες αργότερα εντοπίζονται εκείνη τη στιγμή.
Η ουσία της μεταρρύθμισης είναι ότι αλλάζουμε τη φιλοσοφία του συστήματος. Από εδώ και πέρα οι πληρωμές θα βασίζονται στα δεδομένα και θα διασφαλίζουν το πλέον βασικό στοιχείο: Δικαιοσύνη και διαφάνεια. Πρόκειται για μια αλλαγή, που θωρακίζει τις κοινοτικές ενισχύσεις, αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των ίδιων των παραγωγών κι ενισχύει εκείνους που πραγματικά παράγουν.
Η αντιπολίτευση σάς κατηγορεί για καθυστερήσεις στις εκκαθαρίσεις παλαιότερων ετών (π.χ. 2014-2019). Ποιο είναι το ακριβές χρονοδιάγραμμα για το κλείσιμο αυτών των εκκρεμοτήτων;
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι προβλήματα που συσσωρεύτηκαν επί σειρά ετών μπορούν να λυθούν μέσα σε λίγους μήνες. Υπάρχουν εκκρεμότητες που απαιτούν προσεκτική επεξεργασία, γιατί μιλάμε για ευρωπαϊκούς πόρους και για διαδικασίες που πρέπει να είναι απολύτως σύννομες.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι πλέον υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο και στενή συνεργασία με τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες, ώστε όλες οι εκκρεμότητες να κλείσουν με ασφάλεια και χωρίς να δημιουργηθούν νέα προβλήματα. Δεν μας ενδιαφέρει να κάνουμε γρήγορα βήματα που θα μας γυρίσουν πίσω. Μας ενδιαφέρει να κάνουμε σωστά βήματα που θα αντέξουν στον χρόνο.
Θέλω όμως να διαβεβαιώσω τους παραγωγούς ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας ως προς τις κοινοτικές ενισχύσεις που δικαιούνται. Η δουλειά μας είναι να διασφαλίσουμε ότι κάθε ευρώ που ανήκει στην ελληνική γεωργία θα φτάσει στους δικαιούχους του, με απόλυτο σεβασμό στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτή είναι η δέσμευσή μας και πάνω σε αυτήν εργαζόμαστε καθημερινά.

Η κλιματική αλλαγή δεν είναι πλέον θεωρητική. Φέτος είδαμε καταστροφικές χαλαζοπτώσεις και παρατεταμένη ανομβρία σε όλη τη χώρα. Οι παραγωγοί ζητούν ταχύτερες αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ. Διαθέτει ο οργανισμός τα αναγκαία εργαλεία και τους πόρους ώστε να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες αποζημιώσεων;
Αν με ρωτούσατε πριν από λίγα χρόνια, θα σας έλεγα ότι οι αποζημιώσεις είναι κυρίως ζήτημα ταχύτητας. Σήμερα θα σας πω ότι είναι πρωτίστως ζήτημα προσαρμογής. Γιατί η κλιματική κρίση δεν δοκιμάζει μόνο τις καλλιέργειες. Δοκιμάζει τους ίδιους τους μηχανισμούς που δημιουργήσαμε για να στηρίζουν την αγροτική παραγωγή.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο παραγωγός που είδε τη σοδειά του να καταστρέφεται μπορεί να περιμένει μέχρι να αλλάξουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Η Πολιτεία οφείλει να αντιδρά αμέσως. Και αυτό κάναμε. Πριν από λιγες μέρες τα κλιμάκια του ΕΛΓΑ βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στις πληγείσες από το χαλάζι περιοχές της Ελλάδας, ξεκίνησαν οι καταγραφές και προχωρήσαμε άμεσα στη νομοθετική ρύθμιση που μας επιτρέπει να ενεργοποιήσουμε τη διαδικασία κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις υπάρχει μια μεγαλύτερη συζήτηση που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν μπορεί να σχεδιαστεί σαν να ζούμε στις συνθήκες του 2015 ή του 2020. Αν τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα, τότε η προστασία του αγροτικού εισοδήματος πρέπει να αποκτήσει διαφορετική βαρύτητα μέσα στην ΚΑΠ. Χρειαζόμαστε περισσότερη ευελιξία, καλύτερα εργαλεία διαχείρισης του κινδύνου και περισσότερους πόρους για την πρόληψη και την ανθεκτικότητα. Πρέπει, δηλάδη να υπάρξει μια νέα αντίληψη για το πώς στηρίζουμε τον πρωτογενή τομέα σε μια εποχή που το κλίμα αλλάζει ταχύτερα από τις πολιτικές μας.
Ως προς το ύψος των αποζημιώσεων, σας θυμίζω πλέον ότι καταβάλλεται το 100% της ζημίας, ενώ ο Οργανισμός από το 2019 μέχρι σήμερα, έχει καταβάλλει περισσότερα από 2,1 δις ευρώ για πάσης φύσεως ζημίες (αποζημιώσεις ΕΛΓΑ, εντός Κανονισμού, Κρατικές Οικονομικές Ενισχύσεις και ad hoc Προγράμματα).
Τα πορίσματα ζημιών έτους 2026,ύψους 258 εκ.€ έχουν εξοφληθεί εντός του πρώτου Εξαμήνου, νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά.
Η έλλειψη νερού απειλεί πλέον τη βιωσιμότητα ολόκληρων καλλιεργειών. Υπογράψατε πρόσφατα μεγάλα αρδευτικά έργα μέσω ΣΔΙΤ. Ωστόσο, αυτά τα έργα παίρνουν χρόνια για να ολοκληρωθούν. Ποιο είναι το «σχέδιο έκτακτης ανάγκης» για τη φετινή και την επόμενη καλλιεργητική περίοδο;
Το νερό θα είναι η σημαντικότερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η ελληνική γεωργία την επόμενη δεκαετία. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι λάθος να το αντιμετωπίζουμε μόνο ως ένα ζήτημα της φετινής ή της επόμενης αρδευτικής περιόδου.
Ασφαλώς και υπάρχουν παρεμβάσεις που γίνονται για να αντιμετωπιστούν οι άμεσες ανάγκες, όπως αυτή στην περιοχή σας, της υπογειοποίησης του δικτύου στον ΤΟΕΒ Γαστούνη, ύψους 18,6 εκατ. ευρώ, αλλά και άλλα μεγάλα έργα σε ολόκληρη τη χώρα, μέσω ΣΔΙΤ ή και μικρότερα που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα μικρών αρδευτικών τω 80 εκατ. ευρώ. Όμως, αν περιοριστούμε μόνο σε αυτές, κάθε καλοκαίρι θα συζητάμε ξανά τα ίδια προβλήματα. Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι να αλλάξει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τους υδάτινους πόρους της.
Αυτός είναι ο λόγος που δίνουμε τόσο μεγάλη έμφαση στα αρδευτικά έργα. Η σύμβαση που υπογράψαμε πριν από λίγες ημέρες στο Λασίθι, ύψους σχεδόν 88 εκατομμυρίων ευρώ, δεν αφορά μόνο την Κρήτη. Είναι μέρος μιας συνολικής στρατηγικής που περιλαμβάνει νέα φράγματα, λιμνοδεξαμενές, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα και ψηφιακά συστήματα διαχείρισης του νερού, ώστε κάθε σταγόνα να αξιοποιείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το πρόγραμμα «Ύδωρ 2.0» αποτελεί τη μεγαλύτερη επένδυση σε αρδευτικές υποδομές που έχει γνωρίσει η χώρα εδώ και πολλές δεκαετίες. Ούτε είναι τυχαίο ότι στις συζητήσεις για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική η Ελλάδα επιμένει πως το νερό πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Πιστεύω ότι εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό και η επιτυχία της νέας ΚΑΠ. Όχι μόνο από το ύψος των ενισχύσεων, αλλά από το αν θα δώσει στα κράτη-μέλη τα μέσα να εξασφαλίσουν ότι ο πιο πολύτιμος φυσικός πόρος της γεωργίας θα επαρκεί και για τις επόμενες γενιές.

Πέρα από την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων, η ελληνική γεωργία χρειάζεται έναν συνολικό μετασχηματισμό. Ποιο είναι το σχέδιό σας για την προσαρμογή του πρωτογενούς τομέα μέσα από την καινοτομία, τη γεωργία ακριβείας, τις νέες τεχνολογίες και την έρευνα, ώστε η ελληνική παραγωγή να παραμείνει βιώσιμη και ανταγωνιστική τα επόμενα χρόνια;
Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να συζητάμε για την αγροτική πολιτική σαν να αφορά μόνο τους αγρότες. Είναι λάθος. Η αγροτική πολιτική αφορά το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Αφορά το τι παράγουμε, πώς το παράγουμε και αν τα παιδιά μας θα συνεχίσουν να βλέπουν τον πρωτογενή τομέα ως μια δημιουργική επαγγελματική επιλογή.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μεγάλη πρόκληση είναι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε. Να παράγουμε με λιγότερο νερό, με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και με περισσότερη γνώση.
Όταν μιλάμε για γεωργία ακριβείας, για ψηφιακές εφαρμογές ή για τεχνητή νοημοσύνη, δεν μιλάμε για μια μόδα που ήρθε από τις Βρυξέλλες ή από κάπου αλλού. Μιλάμε για εργαλεία που βοηθούν τον παραγωγό να παίρνει καλύτερες αποφάσεις. Πότε θα ποτίσει. Πώς θα προστατεύσει την καλλιέργειά του. Πώς θα μειώσει το κόστος παραγωγής χωρίς να χάσει την ποιότητα του προϊόντος του.
Αυτός είναι και ο λόγος που επενδύουμε στα έξυπνα θερμοκήπια (στα οποία η Δυτική Ελλάδα πρωτοποεί, αλλά έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης), στις νέες αρδευτικές υποδομές, στην έρευνα και στη στενότερη σύνδεση της παραγωγής με την επιστημονική γνώση. Για μένα, η γνώση είναι πλέον το σημαντικότερο εφόδιο του σύγχρονου παραγωγού.
Ταυτόχρονα, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική πρέπει να υπηρετήσει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Να δώσει στους νέους ανθρώπους λόγους να μείνουν στην ύπαιθρο, να στηρίξει τις επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε ο πρωτογενής τομέας να γίνει πιο ανταγωνιστικός και πιο ανθεκτικός.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν θα είναι να έχουμε περισσότερες επιδοτήσεις. Θα είναι να έχουμε περισσότερους νέους ανθρώπους που θα πιστεύουν ότι η γεωργία μπορεί να τους προσφέρει ένα πραγματικό μέλλον.
Το κόστος παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους εγκατάλειψης της παραγωγικής δραστηριότητας. Πέρα από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, ποια άμεσα εθνικά μέτρα σκοπεύετε να λάβετε για τη μείωση του κόστους, ώστε η ελληνική παραγωγή να παραμείνει ανταγωνιστική;
Σωστά το εντοπίζετε. Θα σας έλεγα ότι τα τελευταία χρόνια συζητήσαμε πολύ για το ύψος των ενισχύσεων και λιγότερο για το κόστος της παραγωγής. Κι όμως, αν μιλήσετε με έναν αγρότη, θα σας πει ότι η μεγαλύτερη ανασφάλεια δεν είναι μόνο το εισόδημά του στο τέλος της χρονιάς. Είναι αν θα μπορέσει να καλλιεργήσει ξανά την επόμενη.
Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Η επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο, σε λίγο διάστημα και στην αντλία, οι παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, η στήριξη για την αγορά λιπασμάτων και μια σειρά από άλλες πρωτοβουλίες (όπως το πρόσφατο deminimis στο ρύζι) αποτελούν μια σταθερή προσπάθεια να στηριχθεί η πρωτογενής παραγωγή.
Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω ότι το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά. Γιατί το κόστος παραγωγής δεν μειώνεται μόνο με επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις. Μειώνεται όταν ο παραγωγός χρειάζεται λιγότερο νερό για να ποτίσει, λιγότερη ενέργεια για να λειτουργήσει την εκμετάλλευσή του, λιγότερες εισροές γιατί αξιοποιεί καλύτερα την τεχνολογία και τα δεδομένα.

Η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους πιο ευάλωτους κλάδους του πρωτογενούς τομέα, με τους παραγωγούς να αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ζωοτροφών, απώλειες ζωικού κεφαλαίου και νέες απειλές από ζωονόσους. Ποιο είναι το σχέδιό σας για τη στήριξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των εκμεταλλεύσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που πολλοί κτηνοτρόφοι σκέφτονται την έξοδο από το επάγγελμα;
Η ελληνική κτηνοτροφία περνά ίσως την δυσκολότερη περίοδο των τελευταίων ετών. Δεν υπάρχει μία μόνο αιτία. Είναι η πίεση από το κόστος παραγωγής, οι συνέπειες των ζωονόσων, οι ελληνοποιήσεις που συμπιέζουν τις τιμές των ελληνικών προϊόντων και, βεβαίως, η αβεβαιότητα που κάνει πολλούς νέους ανθρώπους να αναρωτιούνται αν αξίζει να συνεχίσουν.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι μία μόνο πολιτική. Τους τελευταίους μήνες κινηθήκαμε άμεσα όπου χρειάστηκε. Προχωρήσαμε σε αποζημιώσεις για τους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από τις ζωονόσους, ενισχύσαμε τα μέτρα ελέγχου και περιορισμού τους και ενεργοποιήσαμε όλους τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς και εθνικούς μηχανισμούς στήριξης, ώστε να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι απώλειες για τις εκμεταλλεύσεις.
Είμαι της άποψης ότι η κτηνοτροφία δεν είναι μόνο ένας παραγωγικός κλάδος. Είναι ο βασικός λόγος που πολλές ορεινές, μειονεκτικές και νησιωτικές περιοχές της χώρας παραμένουν ζωντανές. Αν χαθεί η κτηνοτροφία, δεν θα χαθούν μόνο προϊόντα υψηλής ποιότητας. Θα χαθεί οικονομική δραστηριότητα, κοινωνική συνοχή και ανθρώπινη παρουσία σε περιοχές με ιδιαίτερη εθνική σημασία.
Κι από αυτό εδώ το βήμα, όμως, θέλω να τονίσω ότι θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τους κτηνοτρόφους όσο χρειαστεί και, όταν οι υγειονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα είμαστε δίπλα τους για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου και την επανεκκίνηση των εκμεταλλεύσεών τους σε σύγχρονη βάση.
Ως πρώην Αντιπρόεδρος της Κομισιόν, γνωρίζετε καλά τις διεθνείς αγορές. Παράλληλα όμως, βλέπουμε συνεχή κρούσματα ελληνοποιήσεων σε προϊόντα-ναυαρχίδες, όπως η φέτα και το ελαιόλαδο. Πώς θα θωρακίσετε τα ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ από τον αθέμιτο ανταγωνισμό εντός και εκτός συνόρων;
Νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως η φέτα, το ελαιόλαδο, το μέλι και τα υπόλοιπα προϊόντα ΠΟΠ είναι μέρος της ταυτότητας της χώρας. Ήδη διαθέτουμε121 ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν αρκούν οι περισσότεροι έλεγχοι. Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό σύστημα ελέγχων. Ένα σύστημα που θα βασίζεται στα δεδομένα και στην πλήρη ιχνηλασιμότητα κάθε προϊόντος.
Αυτό ακριβώς υπηρετεί η συνεργασία μας με την ΑΑΔΕ. Με το νέο αναλυτικό σύστημα τιμολόγησης και το ενιαίο κωδικολόγιο των αγροτικών προϊόντων, κάθε συναλλαγή θα αποτυπώνει με ακρίβεια τι παράχθηκε, σε ποια ποσότητα, πού διακινήθηκε και πού κατέληξε. Έτσι αποκτούμε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρακολουθούμε ολόκληρη την πορεία ενός προϊόντος, από την παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση. Και αυτό αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στην αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων.
Η εμπειρία μου στις Βρυξέλλες με έχει διδάξει ότι στις διεθνείς αγορές δεν αρκεί να λες ότι έχεις ποιοτικά προϊόντα. Πρέπει να μπορείς να το αποδεικνύεις. Η εμπιστοσύνη κατακτάται με κανόνες, διαφάνεια και αξιοπιστία.
Η Ελλάδα έχει ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα στα προϊόντα ποιότητας. Δική μας ευθύνη είναι να προστατεύσουμε αυτή την υπεραξία. Και αυτό σημαίνει να προστατεύσουμε πρώτα από όλα τους έντιμους παραγωγούς, οι οποίοι δεν μπορεί να ανταγωνίζονται όσους παρανομούν.
Έχετε θέσει ως προτεραιότητα την «ανανέωση γενεών» στον πρωτογενή τομέα. Όμως, τα κίνητρα που δίνονται μέχρι σήμερα δεν φαίνονται αρκετά για να κρατήσουν τους νέους στην επαρχία. Τι διαφορετικό φέρνει η δική σας στρατηγική στα προγράμματα Νέων Αγροτών;
Θα διαφωνήσω λίγο με την αφετηρία της ερώτησης. Δεν πιστεύω ότι το ζήτημα είναι μόνο αν τα κίνητρα είναι αρκετά. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να δει προοπτική ζωής και επαγγελματικής εξέλιξης στον πρωτογενή τομέα.
Αν πιστεύει ότι θα αντιμετωπίζει κάθε χρόνο το ίδιο υψηλό κόστος παραγωγής, την ίδια αβεβαιότητα για το νερό, τις ίδιες δυσκολίες στην πρόσβαση στην τεχνολογία και στη χρηματοδότηση, στις συνθήκες ζωής (υγεία και εκπαίδευση), τότε καμία επιδότηση πρώτης εγκατάστασης δεν αρκεί. Αντίθετα, αν βλέπει έναν τομέα που εκσυγχρονίζεται, που επενδύει στη γνώση, που αξιοποιεί την καινοτομία και που του επιτρέπει να έχει ένα αξιοπρεπές εισόδημα και μια κοινωνία που τονώνει το επίπεδο ζωής, τότε τα κίνητρα αποκτούν πραγματική αξία.
Αυτή είναι η φιλοσοφία της δικής μας στρατηγικής. Τον αντιμετωπίζουμε ως τον άνθρωπο που θα διαμορφώσει την ελληνική γεωργία της επόμενης γενιάς. Υπάρχει όμως και μια ευρωπαϊκή διάσταση που θεωρώ εξίσου σημαντική. Στις συζητήσεις για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική η Ελλάδα επιμένει ότι η ανανέωση των γενεών δεν μπορεί να αποτελεί ένα επιμέρους μέτρο. Πρέπει να αποτελεί οριζόντια προτεραιότητα της νέας ΚΑΠ.
Η διαπραγμάτευση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027 θα καθορίσει το μέλλον του ευρωπαϊκού και του ελληνικού πρωτογενούς τομέα για την επόμενη δεκαετία. Ποιες είναι οι βασικές ελληνικές διεκδικήσεις, ποιες οι αδιαπραγμάτευτες “κόκκινες γραμμές” της χώρας και πόσο αισιόδοξος είστε ότι θα διατηρηθεί ένα ισχυρό επίπεδο χρηματοδότησης για τους Έλληνες παραγωγούς;
Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της ευρωπαϊκής γεωργίας για τα επόμενα χρόνια. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν δεν αφορούν μόνο τους αγρότες. Αφορούν την επισιτιστική επάρκεια της Ευρώπης, την ανάπτυξη της υπαίθρου και την ικανότητά μας να παράγουμε ποιοτικά τρόφιμα σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο απαιτητικό.
Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτή τη διαπραγμάτευση με πολύ συγκεκριμένες προτεραιότητες. Ναι θα λάβουμε ένα ποσό άνω των 20 δις, αλλά θέλουμε -και ήδη το διεκδικούμε- μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε κάθε κράτος-μέλος να μπορεί να προσαρμόζει τα εργαλεία της ΚΑΠ στις δικές του ανάγκες. Και επιμένουμε ότι το νερό, η διαχείριση του αγροτικού κινδύνου, η ανανέωση των γενεών και η καινοτομία πρέπει να βρεθούν στον πυρήνα της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η χώρα μας έχει έναν ακόμη λόγο να διεκδικεί με αυτοπεποίθηση. Τον τελευταίο χρόνο αποκαταστήσαμε την αξιοπιστία του συστήματος αγροτικών πληρωμών και κλείσαμε μια εκκρεμότητα που για χρόνια αποδυνάμωνε τη θέση της Ελλάδας στις Βρυξέλλες. Είναι διαφορετικό να ζητάς αλλαγές όταν έχεις αποδείξει ότι μπορείς να εφαρμόζεις με συνέπεια τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Οι διαπραγματεύσεις θα είναι δύσκολες. Το γνωρίζω από την εμπειρία μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ξέρω επίσης ότι καμία χώρα δεν πετυχαίνει τους στόχους της μόνη της. Χρειάζονται συμμαχίες, σοβαρή προετοιμασία και επιχειρήματα. Η Ελλάδα διαθέτει και τα τρία. Γι’ αυτό είμαι αισιόδοξος ότι μπορούμε να διασφαλίσουμε μια Κοινή Αγροτική Πολιτική που θα στηρίζει ουσιαστικά τον Έλληνα παραγωγό και θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.
Κλείνοντας,κύριε Υπουργέ,περάσατε χρόνια στις Βρυξέλλες διαχειριζόμενος κορυφαία ευρωπαϊκά χαρτοφυλάκια. Σήμερα καλείστε να δώσετε απαντήσεις στα καθημερινά προβλήματα του Έλληνα παραγωγού. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η αποστολή και με ποιον τρόπο μπορεί η ευρωπαϊκή σας εμπειρία να μεταφραστεί σε απτές λύσεις για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία;
Δεν αισθάνομαι ότι υπηρετώ διαφορετικές αποστολές. Από την πρώτη ημέρα που ασχολήθηκα με τα κοινά είχα μία μόνο επιδίωξη, να είμαι χρήσιμος εκεί όπου μου ανατίθεται η ευθύνη. Είτε στις Βρυξέλλες είτε στην Αθήνα, το ζητούμενο είναι το ίδιο. Να αφήνεις τα πράγματα καλύτερα από ό,τι τα βρήκες, όπως για παράδειγμα πέτυχα ως Επίτροπος με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση.
Ασφαλώς, η καθημερινότητα είναι διαφορετική. Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμορφώναμε πολιτικές που αφορούσαν εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες. Στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων βρίσκεσαι καθημερινά δίπλα στον παραγωγό που αγωνιά για τη σοδειά του, για το νερό, για το κόστος παραγωγής ή για την επόμενη πληρωμή. Αυτή η επαφή με την πραγματική ζωή δίνει άλλη διάσταση στην ευθύνη.
Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει και ένα πολύ πρακτικό πλεονέκτημα. Γνωρίζω πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις στις Βρυξέλλες, πώς διαμορφώνονται οι συμμαχίες και πώς μπορεί μια χώρα να διεκδικήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντά της. Αυτό είναι ένα εργαλείο που οφείλω να αξιοποιήσω προς όφελος της ελληνικής γεωργίας.
Στο τέλος της ημέρας, όμως, οι πολίτες δεν αξιολογούν έναν υπουργό από το βιογραφικό του. Τον αξιολογούν από το αποτέλεσμα. Αν ο παραγωγός αισθανθεί ότι η δουλειά του γίνεται ευκολότερη, ότι οι πληρωμές γίνονται με αξιοπιστία, ότι το κόστος παραγωγής μειώνεται και ότι αποκτά μεγαλύτερη σιγουριά για το μέλλον, αλλά και ότι έχουμε διασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή επισιτιστική επάρκεια για τους Έλληνες καταναλωτές, τότε θα έχουμε πετύχει τον στόχο μας. Αυτή για μένα είναι η μόνη αξιολόγηση που έχει πραγματική αξία.



































































