Αντιμέτωπη με αυξημένες ενεργειακές πιέσεις ενόψει του χειμώνα βρίσκεται η Ευρώπη, καθώς η αξιοποίηση των ενεργειακών υποδομών, η διασφάλιση του εφοδιασμού και η προσπάθεια απεξάρτησης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα συνδέονται με διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Η διαφωνία αφορά τόσο τα μέσα αντιμετώπισης του αυξημένου ενεργειακού κόστους όσο και τον βαθμό δημοσιονομικής ευελιξίας που θα πρέπει να έχουν οι κυβερνήσεις για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η Ελλάδα και άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, η Πολωνία και η Τσεχία που ζητούν μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης υποστηρίζουν ότι η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης απαιτεί ουσιαστικότερη ευρωπαϊκή στήριξη και μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη μέτρων. Την ίδια στιγμή, οι διαφωνίες γύρω από τη χρηματοδότηση και το κόστος της ενεργειακής μετάβασης δυσκολεύουν τη διαμόρφωση μιας κοινής προσέγγισης για την επόμενη περίοδο.
Η ενέργεια αποτελεί ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα για τους «27», όπως αναδείχθηκε και πριν από ένα μήνα στην ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για την Κατάσταση της Ένωσης. Παρά τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας στο περιβάλλον των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, παραμένει το ερώτημα κατά πόσο οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες επαρκούν για να συγκρατήσουν τις τιμές και να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η συζήτηση αναδεικνύει, παράλληλα, την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, η επίτευξη των στόχων προϋποθέτει επενδύσεις σε υποδομές, αποθήκευση ενέργειας, εξοικονόμηση και ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, καθώς και μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική που θα λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες των κρατών-μελών.
Ενέργεια: Η ανησυχία των ευρωβουλευτών και τα βασικά “αγκάθια”
Την ανησυχία για την απουσία μιας συνεκτικής πολιτικής με σαφείς απαντήσεις στο ζήτημα των ενεργειακών τιμών είχαν εκφράσει στο parapolitika.gr Έλληνες ευρωβουλευτές από το Στρασβούργο. Το ζητούμενο, πλέον, είναι αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα καταφέρουν να υπερβούν τις διαφωνίες τους και να διαμορφώσουν ένα κοινό πλαίσιο που θα συνδυάζει την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική προστασία.
Η ενεργειακή κρίση, όπως προκύπτει έτσι, επαναφέρει στο προσκήνιο τις βαθιές διαφωνίες στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εντείνουν τις πιέσεις στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ διχάζουν τους Ευρωπαίους ηγέτες ως προς το κόστος και τον ρυθμό της πράσινης μετάβασης. Στη Σύνοδο Κορυφής, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), με μια ομάδα χωρών να ζητεί μεγαλύτερη ευελιξία και άλλες να προειδοποιούν ότι η αποδυνάμωσή του θα υπονόμευε την ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική και τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια.
Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, κοινή διαπίστωση των ηγετών είναι ότι η αστάθεια στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται ήδη σε ισχυρή πίεση στις τιμές της ενέργειας, με άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και συνολικά την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν υπερδιπλασιαστεί από τις αρχές του έτους, κυρίως λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Η επικείμενη χειμερινή περίοδος προκαλεί πρόσθετη ανησυχία, καθώς η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει υψηλές τιμές και περιορισμένα ενεργειακά αποθέματα.
Σύνοδος Κορυφής και ενέργεια: Σε τι συμφώνησαν οι ”27”
Παρά τις διαφωνίες, οι «27» συμφώνησαν ότι οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της Ένωσης παραμένουν αμετάβλητοι. Η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας, η διαφοροποίηση των προμηθευτών και η ανάπτυξη εγχώριων πηγών καθαρής ενέργειας εξακολουθούν να αποτελούν βασικές προτεραιότητες. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι πώς θα επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι χωρίς να υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και χωρίς να μετακυλιστεί δυσανάλογο κόστος στους καταναλωτές.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε το ETS, ο μηχανισμός που υποχρεώνει τις βιομηχανίες και τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής να πληρώνουν για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία πίεσαν για αλλαγές στη σχετική διατύπωση των συμπερασμάτων της Συνόδου, ζητώντας ουσιαστικότερη επανεξέταση των επιπτώσεων του συστήματος στο ενεργειακό κόστος.
Στην αντίπερα όχθη, χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία και η Φινλανδία υπερασπίστηκαν τη διατήρηση του ETS, υποστηρίζοντας ότι η αποδυνάμωσή του θα περιόριζε το κίνητρο για πράσινες επενδύσεις. Στο ίδιο πνεύμα, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία τάχθηκαν κατά της υπονόμευσης του «σήματος τιμής» που εκπέμπει η ευρωπαϊκή πολιτική για το κλίμα προς τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές.
Η παρέμβαση Μητσοτάκη
Η διαφωνία αποτυπώθηκε ακόμη και στη διατύπωση του τελικού κειμένου, με τους συνεργάτες των ηγετών να αναζητούν συμβιβασμό. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε στην κλειστή συνεδρίαση ότι το αρχικό κείμενο δεν αποτύπωνε επαρκώς τον επείγοντα χαρακτήρα της ενεργειακής κρίσης, προειδοποιώντας ότι χωρίς ουσιαστική επανεξέταση του ETS η Ευρώπη κινδυνεύει με αποβιομηχάνιση. Η ελληνική θέση δεν αφορά την κατάργηση του μηχανισμού, αλλά την προσαρμογή του στις νέες οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες.
Τελικά, οι χώρες που ζητούσαν αλλαγές δεν πέτυχαν την αναβολή του συστήματος, αλλά εξασφάλισαν συμφωνία για επικαιροποίηση της αξιολόγησης του συνόλου των επιπτώσεών του. Παράλληλα, οι ηγέτες κάλεσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κράτους-μέλους, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, κατά τον σχεδιασμό βραχυπρόθεσμων μέτρων ανακούφισης.
Ξεχωριστό μέτωπο αποτελεί το ETS2, το νέο σύστημα που αφορά τα καύσιμα στις οδικές μεταφορές και τη θέρμανση των κτιρίων. Οι χώρες του Βίσεγκραντ ζητούν να μετατεθεί η εφαρμογή του έως το 2030, εκφράζοντας ανησυχίες για την πρόσθετη επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Οι διαφωνίες για τον προϋπολογισμό
Η ενεργειακή αντιπαράθεση συνδέεται, άλλωστε, με τη δυσκολότερη διαπραγμάτευση για τον κοινοτικό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034. Οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερα απ’ όσα λαμβάνουν, με επικεφαλής τη Γερμανία, ζητούν περικοπές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, ενώ άλλα κράτη υπερασπίζονται τη χρηματοδότηση της γεωργίας και των περιφερειών. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εξασφάλιση μεγαλύτερου δημοσιονομικού περιθωρίου για έργα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, εξοικονόμησης στα κτίρια, βιώσιμων μεταφορών και ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δεσμεύτηκε να παρουσιάσει νέα πρόταση για τον προϋπολογισμό τις προσεχείς εβδομάδες, ενώ έχει προγραμματιστεί έκτακτη Σύνοδος Κορυφής στις 26 Νοεμβρίου. Η επίτευξη συμφωνίας έως το τέλος του έτους εμφανίζεται ολοένα πιο αβέβαιη.
Η Σύνοδος ανέδειξε, τελικά, το βασικό δίλημμα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: πώς θα διατηρηθεί η φιλοδοξία της πράσινης μετάβασης, χωρίς το κόστος της να διαβρώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την κοινωνική συνοχή. Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο την πορεία του ETS, αλλά και την ικανότητα της ΕΕ να διαμορφώσει κοινή ενεργειακή στρατηγική σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.



































































