Ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Δημήτρης Μελάς, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος από κοινού, υποστήριξε στην απολογία του ότι «ενήργησε πάντα σύννομα», παρουσιάζοντας αναλυτικά τη διαδρομή του στον Οργανισμό.
Όπως ανέφερε, «όλες οι ενέργειες έγιναν με πλήρη θεσμική νομιμότητα», ενώ επικαλέστηκε υπηρεσιακά έγγραφα και έκανε λόγο για «υπερεντατικοποίηση των ελέγχων» λόγω έλλειψης προσωπικού. «Λειτουργήσαμε με υπέρβαση των δυνατοτήτων μας, αλλά είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα», σημείωσε χαρακτηριστικά, σύμφωνα με το protothema.gr.
Αναφερόμενος στις εσωτερικές ισορροπίες του Οργανισμού, απέρριψε τις αιτιάσεις περί δημιουργίας «φραξιών», ενώ για τη μετακίνηση της Αθανασία Ρέππα υποστήριξε ότι επρόκειτο για «αμιγώς υπηρεσιακή ανάγκη, χωρίς καμία μισθολογική μεταβολή», εξηγώντας ότι σχετιζόταν με «λειτουργικές δυσχέρειες που είχαν δημιουργήσει εντάσεις».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο ζήτημα της μη κοινοποίησης της σχετικής έκθεσης για πιθανές παράνομες επιχορηγήσεις, λέγοντας ότι «προτεραιότητα είναι η πλήρης τεκμηρίωση μιας παρατυπίας πριν τη διαβίβασή της στην Εισαγγελία». Υπενθύμισε μάλιστα ότι «έχω ήδη καταθέσει πέντε μηνυτήριες αναφορές σε περιπτώσεις ξεκάθαρης απάτης».
Για την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφου, αρνήθηκε κάθε πρόθεση απόκρυψης, τονίζοντας ότι «οι φάκελοι χωρίς υπηρεσιακή συνέχεια αρχειοθετούνται κανονικά» και ότι το υλικό «ήταν καταχωρισμένο στο πληροφοριακό σύστημα και απολύτως αναζητήσιμο».
Σε ό,τι αφορά την επίμαχη έκθεση της Ρέππα, ανέφερε ότι «περιήλθε στην υπηρεσία χωρίς σαφή πρωτοκόλληση» και ότι περιείχε ενδείξεις παρατυπιών, τις οποίες «διαβίβασα άμεσα στην αρμόδια υπηρεσία ελέγχου». Παράλληλα υποστήριξε πως «η μεταγενέστερη εντολή ελέγχου καθιστούσε περιττή οποιαδήποτε περαιτέρω διαχείριση του φυσικού φακέλου».
Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας, ο κατηγορούμενος χαρακτήρισε την έκθεση ως «κείμενο με ενδείξεις που χρειάζονται διερεύνηση» και όχι ως επίσημο πόρισμα. Για την απώλεια του φακέλου σημείωσε ότι «είχα ήδη αποχωρήσει από τον Οργανισμό όταν αυτός αναζητήθηκε».
Σχετικά με την αποχώρησή του, υποστήριξε ότι «δεν υπήρξε υπουργική απαίτηση», κάνοντας λόγο για έλλειψη στήριξης στο έργο του και για έναν Οργανισμό που «χρησιμοποιήθηκε σε πολιτικές αντιπαραθέσεις με άστοχες πιέσεις για τις πληρωμές». Όπως είπε, επέλεξε να παραιτηθεί «στο τέλος της περιόδου αιτήσεων», το οποίο χαρακτήρισε «το μόνο ασφαλές χρονικό σημείο αλλαγής ηγεσίας», ενώ η θητεία του είχε ήδη λήξει από τον Απρίλιο του 2022.
Αναφέρθηκε επίσης στις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχαν δημοσιοποιηθεί έως τον Ιούλιο του 2022, κάνοντας λόγο για «δίνη αρνητικής δημοσιότητας» και «δολοφονία χαρακτήρα» με αφορμή ανώνυμες καταγγελίες για δωροδοκίες.
Παράλληλα επανέλαβε ότι «ουδέποτε άσκησα πίεση σε υπαλλήλους για παράνομες ενέργειες» και ζήτησε να κριθεί αποκλειστικά από τα στοιχεία της υπόθεσης. Με αιχμηρό τόνο σχολίασε και την κατάθεση του πρώην προέδρου Γρηγόρης Βάρρας, λέγοντας ότι «αν υπήρχαν τέτοιες σοβαρές ενδείξεις, θα έπρεπε να είχαν τεθεί άμεσα σε πολιτικό επίπεδο».
Από την πλευρά της, η τότε επικεφαλής της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, Αθανασία Ρέππα, περιέγραψε έναν Οργανισμό με αυξημένες απαιτήσεις και περιορισμένο προσωπικό, σημειώνοντας ότι «η Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων λειτουργούσε με μόλις τρεις υπαλλήλους, παρά τον κρίσιμο ρόλο της».
Όπως είπε, «από το 2018 είχαν εντοπιστεί ενδείξεις ασυνήθιστης αύξησης δηλώσεων μεγάλων εκτάσεων» και είχε εισηγηθεί ελέγχους για το εθνικό απόθεμα του 2017.
Σε σχέση με την επίμαχη έκθεση, ανέφερε ότι τη χρέωσε στο αρμόδιο τμήμα και, αφού τη μελέτησε, διαπίστωσε «ασάφειες και ελλείψεις», όπως «απουσία σαφούς προσδιορισμού πληθυσμού στόχου, ανεπαρκή συνημμένα και έλλειψη τεκμηριωμένης ανάλυσης κινδύνου ανά παραγωγό».
Κατά την εκτίμησή της, η έλλειψη σαφούς εντολής ελέγχου και η αποκλειστική υπογραφή της συντάκτριας «άφηναν περιθώρια αδιαφάνειας ως προς τη διαδικασία των ελέγχων».
Τέλος, ανέφερε ότι είχε ενημερώσει τον προϊστάμενό της Δημήτρης Μελάς για τις παρατηρήσεις της και ότι η έκθεση είχε ήδη διαβιβαστεί για περαιτέρω αξιολόγηση στη Διεύθυνση της Αθανασία Αδαμοπούλου.



































































